Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

prepared dish


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο prepared παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: dish
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: prepared, prepare

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
prepared adj(ready)προετοιμασμένος μτχ πρκ
  έτοιμος επίθ
  σε ετοιμότητα περίφρ
 The motto of the Scout movement is "Be prepared".
prepared for [sth] adj + prep(ready for)προετοιμασμένος για κτ μτχ πρκ + πρόθ
  έτοιμος για κτ επίθ + πρόθ
 The city wasn't prepared for a disaster of this magnitude.
 Η πόλη δεν ήταν προετοιμασμένη για καταστροφή αυτού του μεγέθους.
prepared for [sth] adj + prep(not surprised by)προετοιμασμένος για κτ μτχ πρκ + πρόθ
 I thought I was prepared for anything, but the vehemence of his response surprised me.
 Νόμιζα πως ήμουν προετοιμασμένος για όλα, αλλά η σφοδρότητα της απάντησής του με εξέπληξε.
prepared to do [sth] expr(willing)έτοιμος να κάνω κτ περίφρ
  που προτίθεται να κάνει κτ περίφρ
 Helen was prepared to help Sally, as long as Sally didn't expect her to do all the work.
 Η Έλεν ήταν έτοιμη να βοηθήσει τη Σάλλυ, αρκεί η Σάλλυ να μην περίμενε από εκείνη να κάνει όλη τη δουλειά.
prepared adj(made earlier)έτοιμος επίθ
  που έχω ετοιμάσει περίφρ
  ήδη προετοιμασμένος περίφρ
 Add the prepared mixture to the other ingredients and heat through.
 Προσθέστε το έτοιμο μείγμα στα υπόλοιπα υλικά και ζεστάνετέ το καλά.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
prepare [sth] (for [sth]) vtr([sth]: make ready) (κάτι (για κάτι))ετοιμάζω, προετοιμάζω ρ μ
 Before you plant seeds, you need to prepare the ground.
 Πριν φυτέψεις τους σπόρους, πρέπει να ετοιμάσεις (or: προετοιμάσεις) το έδαφος.
prepare [sb] (for [sth]) vtr([sb]: make ready) (κάποιον, κάποιον για κάτι)προετοιμάζω ρ μ
 Nothing could have prepared me for the sight that greeted me when I opened the door.
 Τίποτα δε θα μπορούσε να με προετοιμάσει για το θέαμα που αντίκρυσα μόλις άνοιξα την πόρτα.
prepare [sth] vtr(arrange)ετοιμάζω, προετοιμάζω ρ μ
 She got the board out and prepared the pieces for a game of chess.
 Έβγαλε τη σκακιέρα και ετοίμασε τα πιόνια για μια παρτίδα σκάκι.
prepare [sth] vtr(cook) (μαγειρεύω)ετοιμάζω ρ μ
  φτιάχνω ρ μ
 He prepared a wonderful meal for us.
 Μας ετοίμασε ένα υπέροχο γεύμα.
prepare vi(get ready)ετοιμάζομαι ρ μ αυτοπαθ
 I am coming out soon - I just need a minute to prepare.
 Βγαίνω σε λίγο, χρειάζομαι μόνο ένα λεπτό να ετοιμαστώ.
prepare for [sth] vi + prep(get ready)κάνω ετοιμασίες για κτ περίφρ
 Simon has spent all day preparing for his guests' arrival.
 Ο Σάιμον όλη την ημέρα έκανε ετοιμασίες για την άφιξη των καλεσμένων του.
prepare to do [sth] vi + prep(get ready: to do) (να κάνω κάτι)ετοιμάζομαι ρ μ
 Prepare to be amazed!
 Ετοιμάσου να εκπλαγείς!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
prepare to do [sth] vtr phrasal insep(get ready to)ετοιμάζομαι να κάνω κτ, προετοιμάζομαι να κάνω κτ ρ αμ
 Prepare to die, scum!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
prepared | prepare
ΑγγλικάΕλληνικά
ill-prepared adj(not sufficiently ready)ανεπαρκώς προετοιμασμένος φρ ως επίθ
prepared speech n(public talk written in advance)λόγος ουσ αρσ
  ομιλία ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
prepared text n(copy of a speech to be given) (για να βγάλω λόγο)κείμενο που έχω ετοιμάσει περίφρ
  έτοιμο κείμενο επίθ + ουσ ουδ
 The attorney was reading from a prepared text.
well prepared,
well-prepared
adj
(skillfully, carefully made)καλοφτιαγμένος μτχ πρκ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 The well-prepared dessert drew coos of admiration from the guests.
well prepared,
well-prepared
adj
(object: made ready)προετοιμασμένος μτχ πρκ
  που έχει προετοιμαστεί έκφρ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 The wall is well prepared and ready for painting.
well prepared,
well-prepared
adj
(person: ready for [sth])καλά προετοιμασμένος φρ ως επίθ
 (για εξετάσεις)καλά διαβασμένος φρ ως επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 Steve is well prepared for his exam.
well prepared,
well-prepared
adj
(person: has required skills for [sth])καλά προετοιμασμένος φρ ως επίθ
  έτοιμος επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 A lifetime in politics means this candidate is well prepared to take over the leadership of the party.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση prepared dish στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «prepared dish».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!